Όρθια
αγροτική ζωή · καταφύγιο · ένα είδος οικιακού εορτασμού συγκομιδής. · ανάπαυση · ομόνοια · αρμονία · ευημερία · ειρήνη · το τελειοποιημένο έργο αυτών.
Ανεστραμμένη
ευημερία · αύξηση · ευδαιμονία · ομορφιά · εξωραϊσμός
Ἀπὸ τὰ τέσσερα μεγάλα ρόπαλα φυτεμένα εἰς τὸ προσκήνιον, ἀναρτᾶται μέγας στέφανος· δύο γυναικεῖαι μορφαὶ ὑψοῦσι ἀνθοδέσμας· εἰς τὴν πλευρὰν αὐτῶν εὑρίσκεται γέφυρα ὑπὲρ τάφρου, ἄγουσα εἰς παλαιὰν ἀρχοντικὴν οἰκίαν.