Όρθια
θάνατος · αποτυχία · αποβολή · καθυστέρηση · απάτη · απογοήτευση · απόγνωση
Ανεστραμμένη
φυλάκιση · υποψία · αμφιβολία · λογικός φόβος · ντροπή
Καθημένη επί της κλίνης αυτής εν θρήνω, έχουσα τας μαχαίρας υπέρ αυτής. Έστι ως μη γνωρίζουσα λύπην ομοίαν τη εαυτής. Έστι κάρτα εσχάτης ερήμωσης.